αποχαύνωση

η
η απονάρκωση των διανοητικών λειτουργιών και δυνάμεων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αποχαυνώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1870 στον Ι. Καμπούρογλου].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποχαύνωση — η η απονάρκωση των διανοητικών μας δυνάμεων: Τώρα τελευταία το παιδί έχει πάθει μιαν αποχαύνωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εκνευρισμός — ο (Μ ἐκνευρισμός) νεοελλ. 1. διαταραχή τής ισορροπίας τού νευρικού συστήματος 2. αναστάτωση, ανησυχία μσν. αποχαύνωση …   Dictionary of Greek

  • λάγγεμα — και λάγκεμα, το (Μ λάγγεμα) [λαγγεύω] 1. αποχαύνωση, λιγωμα ιδίως από ερωτικό πόθο 2. νάζι, σκέρτσο 3. (ιδιωμ. στη Μάνη κ.α.) ο πόνος και η άναρθρη φωνή που εκβάλλει αυτός που πονάει μσν. άλμα, πήδημα …   Dictionary of Greek

  • μαλάκισμα — το [μαλακίζομαι] 1. η μαλακία, ο αυνανισμός 2. η αποχαύνωση …   Dictionary of Greek

  • νάρκη — I (Βιολ.). Περιορισμός περισσότερο ή λιγότερο παρατεταμένος και βαθύς της ζωικής δραστηριότητας, που παρατηρείται σε διάφορα ασπόνδυλα και σπονδυλωτά ζώα (αλλά και σε φυτά, που το χειμώνα χάνουν τα φύλλα τους), όταν οι συνθήκες του περιβάλλοντος… …   Dictionary of Greek

  • ναρκώνω — (Α ναρκῶ, όω) [νάρκη] επιφέρω νάρκη, προκαλώ αναισθησία, αναισθητοποιώ νεοελλ. 1. προκαλώ τάση για ύπνο, για λήθαργο 2. μτφ. προξενώ αποχαύνωση, αποχαυνώνω …   Dictionary of Greek

  • ραστώνη — η, / ῥᾳστώνη, ΝΜΑ, και ιων. τ. ῥῃστώνη Α 1. νωθρότητα, νωχέλεια, αδράνεια (α. «πρέπει να βάλετε τα δυνατά σας, γιατί πέρασε η περίοδος τής ραστώνης» β. «ἡ καθ ἡμέραν ῥᾳστώνη καὶ ῥαθυμία», Δημοσθ.) 2. ραθυμία, μαλθακότητα, αποχαύνωση (α. «ῥᾳστώνη… …   Dictionary of Greek

  • χαυνότητα — η / χαυνότης, ητος, ΝΜΑ [χαῡνος] η ιδιότητα τού χαύνου, νωθρότητα, μαλθακότητα αρχ. 1. το να έχει κάτι πορώδη, σπογγώδη υφή, να έχει αραιή σύσταση, να μην είναι συνεκτικό, να είναι μαλακό (α. «γῆ ὑπὸ χαυνότητος εὔθρυπτος», Πλούτ. β. «τὰ φυτὰ… …   Dictionary of Greek

  • χαύνωση — η / χαύνωσις, ώσεως, ΝΜΑ [χαυνῶ, ώνω] νεοελλ. η κατάσταση τού χαύνου, πνευματική νωθρότητα ή σωματική ατονία, αποχαύνωση μσν. 1. κενό διάστημα 2. (για ώριμα φρούτα) η κατάσταση τού μαλακού αρχ. 1. πλαδαρότητα 2. μτφ. α) ψυχική χαλάρωση,… …   Dictionary of Greek

  • αποκαρώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, αποναρκώνω, αποχαυνώνω: Η ζέστη τον είχε αποκαρώσει. Ουσ. αποκάρωση, η και αποκάρωμα, το ατος, αποχαύνωση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.